εύθραυστος

-η, -ο (ΑΜ εὔθραυστος, -ον)
1. αυτός που θραύεται, που σπάει εύκολα («σκεύη κεραμεᾱ εὔθραυστα», Πλούτ.)
2. αδύνατος ή υπερβολικά λεπτός («εὔθραυστον γὰρ τὸ νέον, διὰ τὴν ἀσθένειαν», Αριστοτ.).
[ΕΤΥΜΟΛ. < ευ + θραυστός (< θραύω «σπάζω»)].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • εὔθραυστος — easily injured masc/fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εύθραυστος — η, ο 1. αυτός που σπάζει εύκολα. 2. μτφ., ο ευπαθής, που προσβάλλεται, που καταστρέφεται εύκολα …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • εὐθραυστότερον — εὔθραυστος easily injured adverbial comp εὔθραυστος easily injured masc acc comp sg εὔθραυστος easily injured neut nom/voc/acc comp sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔθραυστον — εὔθραυστος easily injured masc/fem acc sg εὔθραυστος easily injured neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθραυστότερα — εὔθραυστος easily injured neut nom/voc/acc comp pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθραύστου — εὔθραυστος easily injured masc/fem/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθραύστους — εὔθραυστος easily injured masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθραύστων — εὔθραυστος easily injured masc/fem/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὐθραύστῳ — εὔθραυστος easily injured masc/fem/neut dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • εὔθραυστα — εὔθραυστος easily injured neut nom/voc/acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.